Ελληνικά
English
Η Ορθοπαιδική
στην υπηρεσία του Αθλητή...

Αναζήτηση:
 

Σύνδρομο επιγονατδομηριαίου πόνου

Γενικά

Η επιγονατίδα είναι το μεγαλύτερο σησαμοειδές οστούν  του σώματος (σησαμοειδή είναι τα οστά που περικλείονται σε ένα τένοντα) και περικλείεται στον εκτατικό μηχανισμό του γόνατος (καταφυτικός τένοντα του τετρακεφάλου, εικόνα 1). Η επιγονατίδα φυσιολογικά κινείται προς τα κάτω και πάνω, κατά την κάμψη και έκταση του γόνατος ακολουθώντας την πορεία της μηριαίας τροχιλίας, μιας αύλακας δηλαδή στην πρόσθια επιφάνεια του μηριαίου οστού, σχηματίζοντας έτσι την επιγονατιδομηριαία άρθρωση.

 
Εικόνα 1. Σχηματική παράσταση εκτατικού μηχανισμού γόνατος.
Εικόνα 1. Σχηματική παράσταση εκτατικού μηχανισμού γόνατος.
Εικόνα 1. Σχηματική παράσταση εκτατικού μηχανισμού γόνατος.
 

Η φυσιολογική πορεία της κίνησης της επιγονατίδας εξασφαλίζεται και καθορίζεται από διάφορους παράγοντες οι κυριότεροι από τους οποίους είναι:

  • Το φυσιολογικό σχήμα της επιγονατίδας και κυρίως το βάθος της μηριαίας τροχιλίας.
  • Τους συνδέσμους που σταθεροποιούν την επιγονατίδα κατά την κίνησή της (στατικοί σταθεροποιητές).
  • Τους μύες που καθορίζουν την κίνηση της επιγονατίδας (δυναμικοί σταθεροποιητές).

Ορισμός

Ως σύνδρομο επιγονατιδομηριαίου πόνου ορίζεται η εμφάνιση πόνου στην πρόσθια επιφάνεια του γόνατος που έχει σχέση με την επιγονατιδομηριαία άρθρωση. Συχνά, το σύνδρομο αυτό αναφέρεται και ως χονδροπάθεια επιγονατίδας ή χονδρομαλάκυνση.

 
Εικόνα 2. Η προσγείωση από άλμα αυξάνει κατά πολύ τις πιέσεις στην επιγονατιδομηριαία άρθρωση.
Εικόνα 2. Η προσγείωση από άλμα αυξάνει κατά πολύ τις πιέσεις στην επιγονατιδομηριαία άρθρωση.
Εικόνα 2. Η προσγείωση από άλμα αυξάνει κατά πολύ τις πιέσεις στην επιγονατιδομηριαία άρθρωση.
 

Τα φορτία που αναπτύσσονται στην επιγονατιδομηριαία άρθρωση είναι μεγάλα και πολλαπλασιάζονται σε διάφορες δραστηριότητες όπως ανέβασμα της σκάλας (x3), στο βαθύ κάθισμα (x7) και στην προσγείωση από άλμα (x10, εικόνα 2). Αυτό έχει ως συνέπεια την καταπόνηση του αρθρικού χόνδρου και του υποκείμενου υποχόνδριου οστού. Στο ίδιο αποτέλεσμα μπορεί να οδηγήσει ακόμα και μικρή διαταραχή στην φυσιολογική τροχιά της επιγονατίδας. Η αλλαγή της θέσης της επιγονατίδας κατά την κίνησή της έχει ως αποτέλεσμα  να περιορίζεται η έκταση επαφής της επιγονατίδας με την μηριαία τροχιλία (την αύλακα στην οποία ολισθαίνει). Έτσι τα φορτία απορροφούνται από μικρότερη επιφάνεια επαφής η οποία επομένως καταπονείται περισσότερο και μπορεί να εμφανίσει βλάβη του αρθρικού χόνδρου και του υποχονδρίου οστού (εικόνα 3).

 
Εικόνα 3. Αρθροσκοπική εικόνα χόνδρινης βλάνης επιγονατίδας και μηριαίας τροχιλίας.
Εικόνα 3. Αρθροσκοπική εικόνα χόνδρινης βλάνης επιγονατίδας και μηριαίας τροχιλίας.
Εικόνα 3. Αρθροσκοπική εικόνα χόνδρινης βλάνης επιγονατίδας και μηριαίας τροχιλίας.
 

Κλινική εικόνα – Διάγνωση

Το κυρίαρχο σύμπτωμα του συνδρόμου είναι η εμφάνιση πόνου στην πρόσθια επιφάνεια του γόνατος (εικόνα 4). Ο πόνος συνήθως επιδεινώνεται μετά από παρατεταμένο κάθισμα με τα γόνατα λυγισμένα (σημείο θεάτρου). Ο πόνος αυτός μπορεί να υποχωρήσει στην όρθια στάση μετά από μερικά βήματα. Μπορεί επίσης να υπάρχει ύγραθρο (συλλογή υγρού στην άρθρωση) και κριγμός (ήχος που παράγεται κατά την κάμψη-έκταση του γόνατος.

Εικόνα 4. Σχηματική παράσταση εντόπισης των ενοχλημάτων  στο σύνδρομο επιγονατιδομηριαίου πόνου.
Εικόνα 4. Σχηματική παράσταση εντόπισης των ενοχλημάτων στο σύνδρομο επιγονατιδομηριαίου πόνου.
Εικόνα 4. Σχηματική παράσταση εντόπισης των ενοχλημάτων στο σύνδρομο επιγονατιδομηριαίου πόνου.
 

Η διάγνωση του συνδρόμου επιγονατιδομηριαίου πόνου είναι κλινική και βασίζεται στο ιστορικό και την κλινική εξέταση. Οι παρακλινικές εξετάσεις χρειάζονται για να αναδείξουν την χόνδρινη ή οστεοχόνδρινη βλάβη της επιγονατίδας καθώς επίσης και την ανάδειξη των αιτιολογικών παραγόντων σε περίπτωση μη φυσιολογικής τροχιάς κίνησης της επιγονατίδας.

Θεραπεία

Η αρχική θεραπεία του συνδρόμου επιγονατιδομηριαίου πόνου είναι σχεδόν πάντα συντηρητική. Ακολουθείται ένα πρόγραμμα ασκήσεων διατατικών, ενδυνάμωσης και ιδιοδεκτικότητας το οποίο θα πρέπει να διαρκέσει τουλάχιστον 3 μήνες. Σε περίπτωση που υπάρχει χόνδρινη ή οστεοχόνδρινη βλάβη ή αστάθεια της επιγονατίδας τότε μπορεί να χρειασθεί και η αντίστοιχη χειρουργική θεραπεία.